(Αναρχικό Δελτίο, νο 12, Οκτ-Νοεμ 2001)

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΑΣ
ΔΕΝ ΙΣΧΥΕΙ ΜΟΝΟ ΣΤΗ ΒΑΓΔΑΤΗ
ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΜΑΝΧΑΤΑΝ...

Ο Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, σύμβουλος ασφαλείας του Λευκού Οίκου επί Ρήγκαν, έγραφε κατά τη διάρκεια του πολέμου στον Κόλπο, το 1991: “Οι ΗΠΑ, που πολύ πρόσφατα αναδείχτηκαν νικήτριες στον 45χρονο παγκόσμιο ψυχρό πόλεμο, έχουν εμπλακεί τώρα σ’έναν πόλεμο περιφερειακό. Η έκβασή του θα μπορούσε να κρίνει αν οι ΗΠΑ θα μπορέσουν να δρέψουν τους καρπούς εκείνης της παγκόσμιας νίκης και το αν θα μπορέσουν να δημιουργήσουν τη νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων...”

Όμως “δεν υπάρχει τίποτε πιο δύσκολο στη χειραγώγηση, πιο επικίνδυνο στο χειρισμό ή πιο αβέβαιο στην έκβασή του απ’ την επιβολή μιας νέας τάξης πραγμάτων” (Ν. Μακιαβέλλι), και ο πόλεμος για την αναδιανομή και την “επαναδιευθέτηση” του κόσμου όχι μόνο αναζωπυρώθηκε ταυτόχρονα με τις θριαμβολογίες για “εκείνη την παγκόσμια νίκη” του 1989 και τις πομφόλυγες για το “τέλος της ιστορίας”, αλλά εξακολουθεί να μαίνεται σε διάφορες καθημαγμένες γωνιές του κόσμου (την Παλαιστίνη, το Ιράκ, τον Καύκασο, τις Άνδεις κ.α.), ενώ παίρνοντας ολοένα και νέες μορφές εξαπλώνεται διαρκώς, χτυπώντας ακόμα και μέσα στην καρδιά των ΗΠΑ.

Όπως γράφαμε άλλωστε πριν από δέκα χρόνια, αναφερόμενοι στη δυναμική των εξελίξεων στη Μ. Ανατολή και ιδιαίτερα του ισλαμικού φαινόμενου,“οι αρχιτέκτονες του πολέμου εξαπολύοντας την Καταιγίδα της Ερήμου προκαλούν θύελλες που θα φθάσουν μέχρι τις Μητροπόλεις!”

Κι έτσι -αφού προηγήθηκαν μια σειρά από πολεμικές εκστρατείες για τον έλεγχο των κρίσιμων περιοχών του Κόλπου και των Βαλκανίων, από επιδρομές και βομβαρδισμούς σε άλλες (όπως στη Σομαλία το ‘92, το Σουδάν και το Αφγανιστάν το ‘98), καθώς και ένα πλήθος από συγκαλυμμένες ή απροκάλυπτες επεμβάσεις για την ενίσχυση των περιφερειακών συμμάχων τους (όπως η Κολομβία, το Εκουαδόρ, το Ισραήλ και η Τουρκία), ήρθε η ώρα για να γευτούν κι οι ίδιοι οι αρχιτέκτονες της Pax Americana τους πικρούς καρπούς της αυτοκρατορικής πολιτικής τους, τους οποίους στο μεταξύ καταπίνουν εκατομμύρια ανθρώπων: τρόμο, αίμα και θάνατο.

Δέκα χρόνια μετά τους βομβαρδισμούς της Βαγδάτης, με ένα κεραυνοβόλο μπαράζ αεροπορικών επιθέσεων, οι δίδυμοι ουρανοξύστες του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου στη Νέα Υόρκη και μέρος του Υπουργείου Άμυνας (Πεντάγωνο) στην Ουάσιγκτον κατέρρευσαν μαζί με ό,τι σήμαιναν σαν προβεβλημένα σύμβολα του παγκοσμιοποιημένου κεφάλαιου και της ιμπεριαλιστικής ισχύος, συμπαρασύροντας ταυτόχρονα και την εικόνα της άτρωτης και απρόσβλητης υπερδύναμης. Και ποιός μπορεί να κατηγορήσει τα εκατομμύρια των καταπιεσμένων κι εκμεταλλευόμενων ανθρώπων για την ομολογημένη ή ανομολόγητη αίσθηση της Νέμεσης μπροστά σ’ αυτό το απρόσμενο πλήγμα που δέχτηκαν μέσα στην καρδιά τους οι πανίσχυροι κι αλαζονικοί ηγεμόνες του κόσμου. (Μοναδική παρηγοριά της υπερδύναμης το ότι αποτράπηκε τουλάχιστον η καταστροφή του Λευκού Οίκου και η πιθανή αναζήτηση του Προέδρου μέσα στα μπάζα...)

Όσο για τους πιθανούς τριγμούς και τις ευρύτερες συνέπειες αυτού του τρομακτικού χτυπήματος, στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα των ΗΠΑ αλλά και μεγάλου μέρους του πλανήτη, δεδομένης και της ύφεσης είναι ανυπολόγιστες προς στιγμήν και θα παρουσιάζονται ως αναπόδραστη αλληλουχία για μακρύ διάστημα -όπως οι μετασεισμικές δονήσεις. Πράγματι, όπως λέει ο Ηράκλειτος, “ο κεραυνός κυβερνά τα πάντα”, οδηγώντας στιγμιαία, αναπάντεχα κι αποκαλυπτικά σε μια νέα κατάσταση πραγμάτων. Και εκεί όπου χτύπησε ο κεραυνός τίποτα πια δεν είναι όπως πριν...

Η παγκόσμια έκπληξη πάντως για αυτούς τους βομβαρδισμούς δεν οφείλεται στο δήθεν απρόκλητο χαρακτήρα τους, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ πρακτικά έχουν κηρύξει τον πόλεμο στο μισό πλανήτη τουλάχιστον. ούτε και στην επιλογή των στόχων, δεδομένου επίσης πως το Πεντάγωνο και το WTC δεν ήταν παιδικοί σταθμοί, νοσοκομεία ή άλλα ευαγή ιδρύματα. Η έκπληξη προκαλείται από την κατάρρευση της αυταπάτης ότι οι ΗΠΑ μπορούν να βομβαρδίζουν όποιους, όταν και όπως θέλουν χωρίς ν’ ανησυχούν για αντίποινα στο εσωτερικό τους, κι από την αποκαλυπτική (όσο και θεαματική λόγω της τηλεόρασης) διαπίστωση πως και τα μνημειώδη προπύργια του μιλιταρισμού και του παγκοσμιοποιημένου κεφάλαιου καίγονται και γκρεμίζονται, όπως οι απλές πολυκατοικίες στη Βαγδάτη και το Βελιγράδι. Όσο για την αυτοκαταστροφική μεθοδολογία των αεροπειρατών και τη φονική χρήση επιβατικών αεροπλάνων ως ιπτάμενων βομβών, φαίνεται πως η συντριπτική υπεροπλία των ΗΠΑ μπορεί να υπερκερασθεί ή να στραφεί και σε βάρος τους εφόσον οι σχεδόν άοπλοι αλλά ορκισμένοι εχθροί τους, μη έχοντας και πολλά περιθώρια συμβατικού πολέμου, καταφεύγουν σε εξαιρετικά ακραίες καταστάσεις, δίνοντας και το απόλυτο νόημα της έννοιας “ασύμμετρος πόλεμος”. (Και μολονότι ο Αλλάχ, διαμέσου του “προφήτη” του, απαγορεύει στους πιστούς να σκοτώνουν στον πόλεμο άμαχους, ειδικά τα γυναικόπαιδα, φαίνεται πως δεν μπορεί να τους εμποδίσει κιόλας, διότι θα είχε εμποδίσει προηγουμένως να δολοφονηθούν τα δικά τους γυναικόπαιδα...)

Γεγονός πάντως είναι ότι ο ολότελα διαφορετικός αντίκτυπος αυτών των επιθέσεων, τόσο στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών όσο και σε εκείνες του λεγόμενου “τρίτου” κόσμου, αποκάλυψε το αβυσσαλέο μίσος και το βάθος των αντιθέσεων ανάμεσα στους χορτάτους και τους πεινασμένους, στους αλαζόνες και τους ταπεινωμένους, τους κατακτητές και τους κατακτημένους, τους κύριους και τους υπηρέτες τους... Οι “ασύμμετρες απειλές” δεν γεννήθηκαν σε κάποια σπήλαια φονταμενταλιστών ασασσίνων, αλλά από την εγκληματική ασυμμετρία που διχάζει και κατακερματίζει την ανθρωπότητα.

Όπως και σε κάθε μορφή της βέβαια, έτσι και σε αυτή του Μανχάταν, η φρίκη του πολέμου δεν είναι κινηματογραφικό θέαμα και συνοδεύεται πάντα από καταστάσεις βίαιου θανάτου κι ανείπωτο πόνο. αλλά αυτό δεν θα το διδάξει στον κόσμο -όπως, για παράδειγμα, στα παιδιά της Ιντιφάντα και της πλατείας Αλιμόντα, τις μανάδες των αγνοούμενων στο Μπουένος Άιρες και τις μανάδες των παραμορφωμένων παιδιών στη Βασόρα, τους φυλακισμένους απεργούς πείνας στην Τουρκία και τους βομβαρδισμένους με φυτοφάρμακα αγρότες της Κολομβίας- το CNN, το οποίο έχει ανάγει τις θηριωδίες του καπιταλισμού, τις μαζικές ανθρωποθυσίες και τις περιβαλλοντικές καταστροφές, σε καθημερινό κι ακίνδυνο τηλεοπτικό show των γιάπηδων που συνοδεύει το ανεβοκατέβασμα του Dow Jones.

Αν όντως περισσεύει ο κυνισμός γύρω μας είναι εξαιτίας αυτών ακριβώς των εξουσιοφρενών που υψώνουν πύργους του πλούτου και του πολέμου, θεμελιωμένους πάνω στη στυγερή εκμετάλλευση και την καταπίεση της ανθρωπότητας, ακόμα και τη γενοκτονία ολόκληρων λαών. Και επειδή ακριβώς η ανθρωπιά (humanitas) είναι πολύτιμη για να επιβιώσεις ως άνθρωπος σε αυτό τον εφιαλτικό και δολοφονικό κόσμο του κράτους και του κεφάλαιου, δεν υπάρχει λόγος να σπαταλιέται η θλίψη συμπεριλαμβάνοντας άσκοπα και αυτούς που θέλουν, υπηρετούν και απολαμβάνουν συνειδητά αυτό τον απάνθρωπο κόσμο. Δεν είναι τυχαίο πως ακόμα και η επίσημη -και κατευθυνόμενη από τους πολεμοκάπηλους- θρηνωδία που προβάλλεται από το CNN, προκειμένου να είναι στοιχειωδώς πειστική δεν αναφέρεται καθόλου στα “αθώα θύματα” του Πενταγώνου (όπως π.χ. τον υποστράτηγο Τim. J. Maude) και επικεντρώνεται σε αυτούς που χάθηκαν μέσα στα αεροπλάνα και στο WTC του Μανχάταν.

Δεν έχει σημασία αν δεν ξέρουμε πόσοι και ποιοί πραγματικά ήταν οι αθώοι άνθρωποι που χάθηκαν άδικα στους Πύργους της Κόλασης μαζί με τους businessmen, τους χρηματιστές και τους τραπεζίτες. Σημασία έχει πως όντως υπήρχαν, όπως ήταν οι εργάτες που βρίσκονταν εκεί εξαιτίας του μεροκάματου, και από αυτή την άποψη ο άδικος χαμός τους είναι μια ακόμα στιγμή της ανθρώπινης τραγωδίας, μια ακόμα σταγόνα αίματος που κύλησε στον ωκεανό των αιμάτων από τις σφαγές εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων στο Ιράκ, την Παλαιστίνη, το Κουρδιστάν, τη Γιουγκοσλαβία, τη Χιλή, τον Παναμά, το Βιετνάμ παλιότερα και τη Χιροσίμα...

Μια απέραντη ανθρώπινη τραγωδία που συνεχίζεται σήμερα στο Αφγανιστάν και δεν θα σταματήσει ποτέ και πουθενά όσο θα υπάρχει οποιοδήποτε σύστημα εξουσίας του “ανθρώπου” πάνω στον άνθρωπο.

AMERICA UBER ALLES !!!
Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΑΝΤΕΠΙΤΙΘΕΤΑΙ

Βεβαίως οι ΗΠΑ δεν θα το έβαζαν κάτω επειδή έχασαν ένα κομμάτι από το Πεντάγωνο και δυο-τρεις πύργους στο Μανχάταν, όσο για στρατιωτικούς και μπίζνεσμεν έχουν πολλούς ακόμη. Έτσι, μόλις ξεπέρασε το σοκ και τον πανικό, ο τεξανός καοϋμπόυ, που διορίστηκε πρόεδρος των ΗΠΑ στη θέση του σαξοφωνίστα προκατόχου του, εμφανίστηκε και πάλι αγέρωχος (παρά το τσαλάκωμα) και κήρυξε τον “πόλεμο στην τρομοκρατία” προσδιορίζοντας και την υπερδεκαετή διάρκειά του. Αν όντως εννοούσε αυτό που έλεγε ο εντολοδόχος των αμερικάνικων πολυεθνικών θα έπρεπε καταρχήν να αυτοκτονήσει, δίνοντας ο ίδιος ο αρχιτρομοκράτης το καλό παράδειγμα, οι ΗΠΑ θα έπρεπε να αυτοδιαλυθούν και οι ελίτ της χώρας να αυτοξεκληριστούν. Αλλά φεύ! Άλλο εννοούσε, και το ξεκαθάρισε αμέσως με την εύγλωττη και πέραν κάθε παρερμηνείας φράση του όσον αφορά την ευρύτατη στοχοθεσία αυτού του πολέμου: “Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας”.

Δεν πρόκειται όμως για την κήρυξη ενός πραγματικά νέου και πολύ περισσότερο ενός αμυντικού πολέμου. Τα χτυπήματα στις 11 Σεπτέμβρη στις ΗΠΑ μπορεί να ήσαν αιφνιδιαστικά και απρόβλεπτα, όσον αφορά το μέγεθός τους καθώς επίσης και τον τρόπο που εκδηλώθηκαν στην καρδιά της αυτοκρατορίας, αλλά φαίνεται να προέρχονται, όπως και άλλα προηγουμένως (στις αμερικάνικες βάσεις στη Σ. Αραβία, τις πρεσβείες στο Ναϊρόμπι και στο Νταρ ελ Σαλάμ, το καταδρομικό Cole στο Άντεν), από εκείνον ακριβώς το γεωπολιτικό και πολιτισμικό χώρο, τη Μ. Ανατολή, όπου οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους διεξάγουν από δεκαετίας έναν συνεχή και πολύμορφο πόλεμο για την πολιτικοστρατιωτική και οικονομική κυριαρχία τους. Τα χτυπήματα αυτά δεν ήρθαν από το πουθενά, οδηγώντας αναγκαστικά σε πολεμική έγερση τον “ειρηνικό” υπερατλαντικό γίγαντα. Αντιθέτως φαίνεται ν’ αποτελούν τα επίχειρα για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο που διεξάγουν οι ΗΠΑ στη Μ. Ανατολή και τον οποίο περιέγραψε πολύ γλαφυρά ο πρώην υπουργός ενέργειας των ΗΠΑ Τ. Σλέσιγκερ στο Συνέδριο της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας στη Μαδρίτη (Σεπτ. 1992): “Αυτό που συγκράτησε ο αμερικάνικος λαός από τον πόλεμο του Περσικού είναι ότι είναι πιο εύκολο να κλωτσάς στον κώλο τους αραπάδες της Μ. Ανατολής, παρά να κάνεις θυσίες για να περιορίσεις την εξάρτησή σου από το εισαγόμενο πετρέλαιο”...

Έτσι δεν είναι οι επιθέσεις της 11ης Σεπτέμβρη που οδήγησαν σε πόλεμο. προέκυψαν μέσα από αυτόν και τον μετέφεραν δραματικά και αποκαλυπτικά εκεί από όπου ξεκίνησε, στα πολιτικοστρατιωτικά και οικονομικά κέντρα των ΗΠΑ. Επομένως, η κήρυξη του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας” (όπου “τρομοκράτες” είναι όποιοι αντιστέκονται στις ΗΠΑ) δεν υποδηλώνει διόλου ένα νέο πόλεμο στο όνομα της “δημοκρατίας” και της “δικαιοσύνης”, αλλά τη λυσσαλέα διάθεση της πληγωμένης αυτοκρατορίας για την επίταση και την επέκταση του πολέμου που διεξάγει ήδη για την εδραίωση της παγκόσμιας επικυριαρχίας της.

Στο στόχαστρο αυτού του πολέμου δεν βρίσκονται μόνο οι πραγματικοί ή πιθανολογούμενοι (όπως ο Μπιν Λάντεν) αυτουργοί των πρόσφατων επιθέσεων στις ΗΠΑ αλλά όλοι εκείνοι οι λαοί, τα κινήματα, οι ομάδες και τα άτομα που αντιμάχονται την αυτοκρατορία -απ’ όπου κι αν προέρχονται, με όποιους τρόπους κι αν αντιστέκονται. Όποιος δεν είναι με τις ΗΠΑ είναι εναντίον τους, και όποιος είναι εναντίον τους θα θεωρείται τρομοκράτης και βρίσκεται ή θα βρεθεί στο στόχαστρο του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας”. Το ίδιο το πολεμικό δόγμα της αναδυόμενης, από δεκαετίας τουλάχιστον, αυτοκρατορικής κυριαρχίας δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για “αθώους”, “ανυποψίαστους” ή “ουδέτερους”...

Είναι προφανές νομίζουμε από τα νέα δεδομένα και τις εξελίξεις του ιμπεριαλιστικού πολέμου, όπως προέκυψαν μετά τα στρατηγικά χτυπήματα της 11ης Σεπτέμβρη στην καρδιά της Αμερικής, ότι σε αυτή τη νέα φάση του, τον “πόλεμο κατά της τρομοκρατίας”, ο εχθρός δεν είναι επακριβώς προσδιορισμένος, ούτε καν το θέατρο και το είδος των επιχειρήσεων. Είναι ομολογημένο από τα πλέον επίσημα πρόσωπα της αυτοκρατορίας ότι “τρομοκράτες” (δηλ. όποιοι δεν είναι μαζί τους) μπορεί να είναι οποιοιδήποτε, μπορεί να είναι οπουδήποτε, και θα πρέπει να καταδιωχθούν με οποιοδήποτε τρόπο, ορατό ή αόρατο...

Ο πόλεμος δεν ξεκίνησε με τις φονικές επιθέσεις των Αγγλοαμερικάνων στο Αφγανιστάν, δεν περιορίζεται και δεν θα σταματήσει εκεί. Στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπως αυτό αναδύθηκε την τελευταία δεκαετία, αντιστοιχεί και μια νέα μορφή παγκόσμιου πολέμου για τη διασφάλιση και την προώθηση της πλανητικής Κυριαρχίας, ενάντια σε κάθε μορφή αντίστασης και σε οποιαδήποτε γωνιά της γης εμφανίζεται.

Ο “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας” ξεκίνησε με την επίθεση στο εσωτερικό των ίδιων των δυτικών κοινωνιών, κατά πρώτο λόγο στις ΗΠΑ και κατά δεύτερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσα από την προώθηση μιας σειράς διαδικασιών κοινωνικής “επιστράτευσης” και ολοκληρωτισμού του κράτους με την αναβάθμιση του ρόλου των μυστικών υπηρεσιών και της προπαγάνδας. Και δεν πρόκειται καθόλου για “έκτακτα” μέτρα εξαιτίας των επιθέσεων της 11ης Σεπτέμβρη, αλλά για την επιτάχυνση των ούτως ή άλλως δρομολογημένων διαδικασιών κοινωνικού ελέγχου και καταστολής για τη δραστική αντιμετώπιση του “εσωτερικού εχθρού”. Ενδεικτική είναι η ισχύς -πριν από τις 11 Σεπτέμβρη- του βρετανικού τρομονόμου που ορίζει ως “τρομοκρατία” οτιδήποτε στρέφεται κατά της καθεστηκυίας τάξης, και σήμερα προωθείται ως πυρήνας του σχεδιαζόμενου ευρω-τρομονόμου.

Η ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ
ΚΑΙ Η ΑΠΕΙΛΗ ΤΟΥ ΤΖΙΧΑΝΤ

Παράλληλα με την προώθηση του κρατικού ολοκληρωτισμού και την ανάδυση των τρομοφοβικών κοινωνιών της Δύσης για την αντιμετώπιση της έσωθεν και έξωθεν “τρομοκρατίας”, άρχισε η καθαυτό πολεμική προπαρασκευή και ο διπλωματικός οργασμός της αυτοκρατορίας, για την αντιμετώπιση της στρατηγικής πρόκλησης που δέχτηκε και την επανεπιβεβαίωση της κυριαρχίας της. Κι αυτό γιατί τα χτυπήματα της 11ης Σεπτέμβρη (εάν όντως προέρχονται από τους ισλαμιστές) στοχεύοντας στο κύρος και την ισχύ της αυτοκρατορίας, με τη μέγιστη δυνατή πρόκληση τριγμών και απορρύθμισης του πολιτικοοικονομικού συστήματος, σκοπεύουν ευρύτερα στην πρόκληση ρήξεων και ανατροπών στο πλέγμα της κυριαρχίας της επάνω στην γεωπολιτική και πολιτισμική περιοχή του Ισλάμ, όπου βρίσκονται οι κύριες ενεργειακές πηγές της.

Όπως έγραφε το ‘97 ο σύντροφος Ξεν. Αναστασίου στην ημιτελή μπροσούρα του Τα Νέα Δεδομένα της Γεωστρατηγικής του Πετρελαίου: “Αν και στη δεκαετία του 1990 οι Βορειοαμερικάνοι διαθέτουν στρατιωτικές βάσεις και ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις τους σταθμεύουν σε αραβικές χώρες του Κόλπου (Κουβέιτ, Σ. Αραβία, Μπαχρέιν) -κάτι που στη δεκαετία του ‘70 ήταν αδιανόητο, ενώ στη δεκαετία του ‘80 δεν το πέτυχαν παρά τις έντονες και συνεχείς προσπάθειες των κυβερνήσεων Ρήγκαν-, δεν είναι καθόλου βέβαιο το κατά πόσο η στρατιωτική παρουσία σημαίνει και αυτόματη εξασφάλιση της σταθερότητας στην περιοχή”.

Η ίδια η αμερικάνικη στρατιωτική παρουσία στην Αραβία μετά τον πόλεμο του Κόλπου το ‘91, ενέτεινε τις ρήξεις στο εσωτερικό των αραβικών λαών και των τοπικών ελίτ, και ως μέγιστη επιβουλή για την επισφαλή σταθερότητα στη δεκαετία του 1990, αναδείχτηκε η ραγδαία ανάπτυξη του ριζοσπαστικού ισλαμισμού ως “αντίπαλου δέους” τόσο απέναντι στις ΗΠΑ όσο κι απέναντι στα δυτικόφιλα καθεστώτα της περιοχής.

Επομένως, η πολεμική εκστρατεία στο Αφγανιστάν δεν στοχεύει απλώς στην παραδειγματική τιμωρία των μυστικών πανισλαμικών “αδελφοτήτων”, όπως η Αλ Κάιντα, που χρεώνονται τα χτυπήματα της 11ης Σεπτέμβρη, ούτε μόνο στην ανατροπή του καθεστώτος των Ταλιμπάν που τους παρέχει άσυλο. Επιχειρώντας να συντρίψουν τους ανεξέλεγκτους ισλαμιστές που εδρεύουν στο Αφγανιστάν κι αντικαθιστώντας το σημερινό καθεστώς με κάποιο άλλο, επίσης τυραννικό αλλά πιο συνεργάσιμο κι εξαρτημένο, οι ΗΠΑ αποσκοπούν σε στόχους πολύ ευρύτερους από την εκδίκηση - και σε καμία περίπτωση βεβαίως στην απελευθέρωση του αφγανικού λαού.

Καταρχήν, με την αποδιοργάνωση αυτών των μυστικών αδελφοτήτων προσδοκάται η εξουδετέρωση ή τουλάχιστον η συρρίκνωση της διαρκώς αυξανόμενης δυναμικής που παρουσιάζουν μέσα στις μουσουλμανικές κοινωνίες της Μ. Ανατολής, έτσι ώστε να διατηρηθεί η σταθερότητα των αμερικανόφιλων καθεστώτων και ν’ ανακτήσουν οι ΗΠΑ την πλήρη πρωτοβουλία των κινήσεων για τις (αναγκαίες εκ των πραγμάτων μετά τις 11 Σεπτέμβρη) αλλαγές στην περιοχή, χωρίς την επικίνδυνη παρουσία και επιρροή ανεξέλεγκτων παραγόντων. Από αυτή την άποψη, η έκβαση της όλης εκστρατείας στο Αφγανιστάν θα έχει γιγαντιαίες επιπτώσεις στις εξελίξεις στη Μ. Ανατολή και εφόσον θεωρηθεί λυσιτελής θα ακολουθήσουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και σ’ άλλες περιοχές, όπως πιθανότατα στο Σουδαν, τη Σομαλία, την Υεμένη ή την κοιλάδα Μπεκάα στο Λίβανο.

Πέραν όμως της προστασίας των πάγιων ζωτικών συμφερόντων τους στη Μ. Ανατολή, οι ΗΠΑ, με την εκστρατεία τους αυτή, αποβλέπουν επιπλέον και στον έλεγχο του κρίσιμου γεωπολιτικού χώρου του Αφγανιστάν που οδηγεί από τις ακτές του Ινδικού ωκεανού στην Κεντρική Ασία, όπου υπάρχουν σημαντικότατα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Τα αποθέματα αυτά, αν και δεσμευμένα προκαταβολικά κυρίως από αμερικάνικα επενδυτικά προγράμματα, παραμένουν ουσιαστικά ανεκμετάλλευτα εξαιτίας του ρωσοαμερικάνικου ανταγωνισμού στην Κεντρ. Ασία και της απουσίας διασφαλισμένων διόδων μεταφοράς δυτικά (Καύκασος) και νότια (Ιράν, Αφγανιστάν) της περίκλειστης αυτής περιοχής.

Να σημειωθεί ότι στα τέσσερα τουλάχιστον από τα πέντε κράτη της Κεντρ. Ασίας (το Τουρκμενιστάν, το Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν και το Κιργιστάν), τα οποία προέκυψαν μετά τη διάλυση της Σοβ. Ένωσης σε μια έκταση από την Κασπία θάλασσα μέχρι τα ανατολικά σύνορα της Κίνας, οι πληθυσμοί είναι μουσουλμανικοί και η επιρροή του φονταμενταλισμού μεγάλη. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις έχουν σημειωθεί και ένοπλες ισλαμικές εξεγέρσεις που αναχαιτίστηκαν με την παρέμβαση ρωσικών στρατευμάτων.

Χωρίς να επεκταθούμε περισσότερο, είναι φανερό, νομίζουμε, γιατί αυτή η εκστρατεία που διεξάγουν οι ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, συνεπικουρούμενες από τους πετρελαιοκαταναλωτές δυτικοευρωπαίους και τους πετρελαιοπαραγωγούς μεσανατολίτες συμμάχους τους, έχει επιπλέον τη συναίνεση ή και την υποστήριξη των άλλων δυνάμεων που βρίσκονται στην περιοχή του Αφγανιστάν, όπως είναι η Ρωσία, η Κίνα και η Ινδία. Και οι τρεις αυτές περιφερειακές δυνάμεις του παγκόσμιου συστήματος κυριαρχίας, έχουν ήδη σοβαρά προβλήματα με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς και την απειλή του ριζοσπαστικού ισλαμισμού τόσο στο εσωτερικό τους όσο και στην περίμετρό τους: η Ρωσία στην Τσετσενία καθώς και στην Κ. Ασία, η Ινδία στο Κασμίρ, η Κίνα στην επαρχία Σιν Κιάγκ ή Ανατολικό Τουρκεστάν. Όσο για τις άλλες δύο δυνάμεις που περιβάλλουν το Αφγανισταν, το Ιράν και το Πακιστάν, τα πράγματα είναι ακόμα πιο περίπλοκα: το σιιτικό καθεστώς του Ιράν, που προέκυψε με την ισλαμική επανάσταση του 1979, είναι ανταγωνιστικό τόσο απέναντι στην αμερικάνικη επικυριαρχία της περιοχής όσο κι απέναντι στο σουνιτικό καθεστώς των Ταλιμπάν, ενώ αντιθέτως το ισλαμικό στρατιωτικό καθεστώς του Πακιστάν είναι εξυπηρετικό τόσο απέναντι στους Ταλιμπάν -τους οποίους άλλωστε βοήθησε να καταλάβουν την εξουσία- όσο και απέναντι στις απαιτήσεις των ΗΠΑ, προς τις οποίες κλίνει όλο και περισσότερο, θυμίζοντας την παροιμία “και στο ληστή ψωμί και στο χωροφύλακα χαμπέρι”...

Είναι τόσα πολλά τα αντιτιθέμενα συμφέροντα (γεωπολιτικά, οικονομικά, πολιτισμικά και κοινωνικά) που διακυβεύονται άμεσα στον ευρύτερο αραβομουσουλμανικό χώρο, και τόσο ανυπολόγιστα τα ενδεχόμενα επακόλουθα του ισχυρού πλήγματος που δέχτηκε η υπερδύναμη στις 11 Σεπτέμβρη (όπως μια γενικευμένη αποσταθεροποίηση και ανεξέλεγκτη έκρηξη του πλήθους των αντιθέσων που υποβόσκουν στην περιοχή), ώστε εξηγείται εύκολα τόσο η παγκόσμια -κι ετερόκλητη- συμμαχία που εσπευσμένα δημιούργησαν γύρω τους οι ΗΠΑ όσο και η Σταυροφορία που εξαπέλυσαν για να προλάβουν και να καταστρέψουν τις ασύδοτες ισλαμικές οργανώσεις που κατοικοεδρεύουν ή βρίσκουν καταφύγιο στο δυσπρόσιτο και στρατηγικό Αφγανιστάν. Στην ίδια χώρα ακριβώς όπου οι ισλαμιστές κατατρόπωσαν άλλοτε τον Κόκκινο Στρατό με την υποστήριξη τότε των ΗΠΑ που τους αποκαλούσαν “μαχητές της ελευθερίας”...

Για να εξηγήσουμε τι άλλαξε και οι τότε τακτικοί σύμμαχοι των ΗΠΑ έγιναν σήμερα στρατηγικοί αντίπαλοί τους, θα πρέπει καταρχήν να θυμηθούμε ότι στο μεταξύ η Σοβ. Ένωση έπαψε να υπάρχει... Και να επισημάνουμε ότι οι μουτζαχεντίν δεν πολέμησαν τον Κόκκινο Στρατό για να δεχτούν μετά τα αμερικάνικα στρατεύματα ως “προστασία” στην Αραβία, και την Ιερουσαλήμ να ανακηρύσσεται “αιώνια πρωτεύουσα” του Ισραήλ... Πολύ δε περισσότερο όταν οι παραδοσιακοί “ιεροί τόποι” του Ισλάμ διασταυρώνονται τόσο με τις στρατηγικές οδούς πρόσβασης στα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο όσο και με τα αδιέξοδα μονοπάτια όπου βρίσκονται εγκλωβισμένοι οι λαοί της περιοχής...

Το νέο “αντίπαλο δέος” είναι τόσο παλιό
όσο και η αποικιοκρατία

Κάνοντας μια ιστορική αναφορά θα πρέπει να πούμε ότι η παρούσα δεν είναι η πρώτη φορά που εμφανίζεται η Δύση με όρους “σταυροφορίας” στον αραβομουσουλμανικό χώρο, προκαλώντας την εμφάνιση του Τζιχάντ. Και δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε γι’ αυτό στις σταυροφορίες του Μεσαίωνα ή την Καθολική “ρενκονκίστα” της Ιβηρικής που ολοκληρώθηκε το 1492 αφανίζοντας τους μουσουλμάνους μέχρις ενός.

Μια σύντομη αναδρομή στην περίοδο από τις αρχές του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ού είναι αποκαλυπτική. Πρόκειται για την περίοδο όπου εκδηλώθηκε μια πρωτοφανής ιμπεριαλιστική επέλαση των ευρωπαϊκών κρατών στην Αφρική και την Ασία, για την κατάκτηση νέων αποικιακών εδαφών, την απόκτηση πρώτων υλών για την εκβιομηχάνιση της Ευρώπης καθώς και τη δημιουργία νέων αγορών για τα προϊόντα της. Ο ενδοευρωπαϊκός ανταγωνισμός εκτονωνόταν με την εξαγωγή του στις άλλες ηπείρους και την κατάκτησή τους “για τον εκχριστιανισμό, τον εκπολιτισμό και το εμπόριο”, αποκτώντας τέτοια ένταση που οδήγησε τελικά στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο και τη σφαγή εκατομμυρίων προλετάριων.

Στο μεταξύ όμως, σε ολόκληρη αυτή την περίοδο, ο ισλαμισμός αποτέλεσε το κεντρικό σημείο αναφοράς της αντιαποικιακής αντίστασης και το σημαντικότερο ανασχετικό παράγοντα στην ευρωπαϊκή προέλαση, σε μια έκταση που ξεκινά από τη δυτ. Αφρική και φθάνει μέχρι τα μεγάλα νησιά της νοτιοανατολικής Ασίας.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο πόλεμος του Αμπντ Αλ Καντίρ ενάντια στην κατάκτηση της Βορ. Αφρικής, η οποία ξεκίνησε από τους Γάλλους στην Αλγερία το 1830, καθώς και οι “ιεροί πόλεμοι” του Αχμάντου Σέφου και του Σαμόρι ενάντια στην προέλαση των Γάλλων στη Δυτ. Αφρική, η οποία άρχισε από το 1870 και ολοκληρώθηκε το 1905.

Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η αντιαποικιακή εξέγερση του ισλαμιστή Μαχντί στην ανατολική Αφρική, τη δεκαετία του 1880, που διέλυσε τον αγγλοαιγυπτιακό στρατό του στρατηγού Γκόρντον και κατέλαβε το Χαρτούμ. Με επικεφαλής τον Χαλίφα, οι μαχντιστές συνέχισαν την αντίσταση μέχρι το 1898 οπότε και σφαγιάστηκαν από τους Βρετανούς, αριθμώντας 120.000 νεκρούς.

Νοτιότερα, η αντίσταση στην προέλαση Βρετανών και Ιταλών στη Σομαλία κράτησε υπό του Σαγιέντ Μωχάμεντ, του “τρελού μουλά”, από το 1891 έως το 1920, ενώ στη Λιβύη η αντίσταση της ισλαμικής αδελφότητας Σενούσι στην ιταλική κατάκτηση κράτησε από το 1911 έως το 1931. Στο Μαρόκο, ο Αμπντ ελ Κριμ εξεγείρεται με τους Βέρβερους και πολεμά στο Ριφ εναντίον Γάλλων και Ισπανών (1921-1926).

Προελαύνοντας στην Υπερκαυκασία οι Ρώσοι, μεταξύ άλλων αντιμετώπισαν τη απελπισμένη αντίσταση του Σαμίλ, του λεγόμενου “αργηγού των δίκαιων και καταστροφέα των απίστων” (1834 έως 1859), ενώ σθεναρή αντίσταση συνάντησαν και στην κατάκτηση της Κεντρικής Ασίας όπου το 1916 ξέσπασε μεγάλη εξέγερση των μουσουλμανικών λαών.

Στη νήσο Σουμάτρα της Ινδονησίας, οι Ολλανδοί αποικιοκράτες αντιμετώπισαν το Τζιχάντ των μουσουλμάνων του Ατσέχ (1881-1908), ενώ οι Βορειοαμερικάνοι που κατέλαβαν τις Φιλιππίνες το 1898 αντιμετώπισαν την αντίσταση των μουσουλμάνων Μόρος στο νησί Μιντανάο, η οποία κράτησε μέχρι το 1913.

Μια περίπτωση επιτυχούς αντίστασης ήταν αυτή που προέβαλαν οι μουσουλμανικές φυλές στο Αφγανιστάν, οι οποίες, αφού νίκησαν στα δυσπρόσιτα βουνά τους τρείς φορές τα αγγλικά στρατεύματα (1838-42, 1878-80 και 1919), κράτησαν τελικά την ανεξαρτησία τους από τη Βρετανική αυτοκρατορία. Αλλά και στις υπόλοιπες περιπτώσεις, όπου η υπεροπλία των δυτικών αποικιοκρατών καθόρισε το τελικό αποτέλεσμα της αναμέτρησης, η κατάκτηση που ακολούθησε ποτέ δεν έγινε ανεκτή.

Πόλεμος και “ειρήνη” στη Μ. Ανατολή:
από το 1979 στο 2001

Κάνοντας μια γενικότερη πολιτική αναφορά θα πρέπει να τονίσουμε ότι μεταπολεμικά, την εποχή του νεοαποικισμού, ο παναραβικός εθνικισμός δεν είχε θρησκευτικό περιεχόμενο. Ο ισλαμισμός είχε περιορισμένη πολιτική επιρροή και, στις διάφορες εκδοχές του στον αραβομουσουλμανικό κόσμο, δεν αντιπροσώπευε παρά την καχυποψία ή την εχθρότητα σε οτιδήποτε απειλούσε τις δομές και τους θεσμούς της παραδοσιακής κοινωνίας.

Τούτο κατά κύριο λόγο αφορούσε τους νεωτερισμούς που διεκδικούσαν ή επέφεραν οι αριστεροί και οι εθνικιστές στο εσωτερικό του αραβομουσουλμανικού κόσμου. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που η ιμπεριαλιστική Δύση, προκειμένου να υπάρχει ένα τοπικό αντίβαρο απέναντι σε ό,τι “προοδευτικό” εναντιωνόταν στα συμφέροντά της στην περιοχή, υποστήριξε κατά περίπτωση την ισλαμική αντίδραση και ιδιαίτερα τα παραδοσιακά ισλαμικά καθεστώτα. Χαρακτηριστική είναι η υποστήριξη στη θεοκρατική Σαουδική μοναρχία η οποία με το φονταμενταλιστικό δόγμα της, τον βααχαβιτισμό, επιβλήθηκε σχεδόν σε όλη την αραβική χερσόνησο (Τζαζίρα), καθώς και η υποστήριξη στα Εμιράτα του Κόλπου και το Σουλτανάτο του Ομάν (βρετανικές κτήσεις μέχρι το 1971), που εξακολουθούν να υπάρχουν ως τέτοια μόνο και μόνο για να διασφαλίζεται η φθηνή και απρόσκοπτη παροχή του πετρελαίου στη Δύση.

Πλησιάζοντας όμως όλο και περισσότερο στις μέρες μας, η Δύση (και ιδιαίτερα η Άγρια Δύση, οι ΗΠΑ) θα ανακάλυπτε ότι δεν ήταν μόνο τα εθνικοαπελευθερωτικά, τα εθνικιστικά και αριστερά κινήματα που απειλούσαν τους σχεδιασμούς της στον αραβομουσουλμανικό κόσμο. Οι αποτυχίες, οι αδυναμίες ή οι συμβιβασμοί των εθνικιστών απέναντι στη Δύση (όπως στο Παλαιστινιακό), οι ξένες επεμβάσεις στην περιοχή καθώς και ο βίαιος εκδυτικισμός, με το βάθεμα των κοινωνικο-οικονομικών και πολιτισμικών αντιθέσεων εξαιτίας της διάλυσης των παλιών αγροτικών κοινωνιών, της μετανάστευσης στις πόλεις και του αβυσσαλέου χάσματος μεταξύ πλούτου και φτώχειας, διεύρυναν την κοινωνική επιρροή του ισλαμισμού, ενδυνάμωσαν τις γραμμές του και ριζοσπαστικοποίησαν έντονα ορισμένες εκφράσεις του.

Έτσι οι δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα σημαδεύτηκαν από την εκρηκτική ανάδυση του ισλαμισμού ως κυρίαρχου παράγοντα των εξελίξεων στον αραβομουσουλμανικό κόσμο. Αναζητώντας τα κορυφαία γεγονότα που σηματοδότησαν αυτή την ανάδυση, θα ανατρέξουμε καταρχήν στα τέλη τις δεκαετίας του ‘70 και τις αρχές του ‘80, όπου η Ισλαμική Επανάσταση σαρώνει τη “Λευκή Επανάσταση” του Σάχη στο Ιράν, οι Σοβιετικοί εισβάλλουν στο Αφγανιστάν και αναμετρώνται με τους μουτζαχεντίν, ο πρόεδρος της Αιγύπτου Σαντάντ έρχεται σε συμβιβασμό με το Ισραήλ και οι ισλαμιστές εμφανίζονται δυναμικά στο προσκήνιο δολοφονώντας τον. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και στις αρχές της επομένης, οι μουτζαχεντίν νικούν στο Αφγανιστάν και η Σοβ. Ένωση διαλύεται, τα αμερικανικά στρατεύματα εγκαθίστανται στη Σαουδ. Αραβία και ο ιρακινός λαός υφίσταται μια τρομακτική καταστροφή, ενώ η Ιντιφάντα σβήνει και οι Παλαιστίνιοι σύρονται σε συμβιβασμό με το Ισραήλ. Φθάνοντας στις μέρες μας και στην έναρξη του νέου αιώνα, οι αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν ακόμη υπό τη μορφή “προστασίας” στη Σ. Αραβία, η καταστροφή του ιρακινού λαού συνεχίζεται αμείωτη, μια νέα Ιντιφάντα αναμετράται σ’ έναν άνισο αγώνα με το Ισραήλ, ενώ οι ΗΠΑ δέχονται τα τρομακτικά χτυπήματα στις 11 Σεπτέμβρη και κηρύσσουν μια νέα Σταυροφορία...

Ας θυμηθούμε όμως ορισμένα από τα γεγονότα αυτής της τελευταίας εικοσαετίας στη Μέση Ανατολή.

Το 1978, μετά από σαράντα χρόνια αραβοϊσραηλινής αντιπαράθεσης για την κατεχόμενη Παλαιστίνη, η Αίγυπτος -η ισχυρότερη αραβική χώρα- προχώρησε σε χωριστή Συμφωνία Ειρήνης με το Ισραήλ στο Καμπ Νταίηβιντ των ΗΠΑ -με αντάλλαγμα την επιστροφή της χερσονήσου του Σινά-, σε μια κίνηση που μακροπρόθεσμα οδηγούσε αναγκαστικά και τις άλλες αραβικές χώρες στην αναγνώριση του σιωνιστικού κράτους. Ο Αιγύπτιος πρόεδρος Σαντάτ καταγγέλθηκε από όλο τον αραβικό κόσμο για τη στάση του που θεωρήθηκε προδοτική και δύο χρόνια αργότερα δολοφονήθηκε από την ισλαμική Τζιχάντ κατά τη διάρκεια μιας στρατιωτικής παρέλασης στο Κάιρο.

Με την ισλαμική επανάσταση του 1979, το καθεστώς του Σάχη, το σημαντικότερο και ισχυρότερο στήριγμα του ιμπεριαλισμού στην περιοχή του Κόλπου, κατέρρευσε. Η Δύση, μαζί με τη νέα πετρελαϊκή κρίση, συνειδητοποίησε για πρώτη φορά ότι ο “ισλαμικός μεσαίωνας” απειλεί καίρια τα συμφέροντά της στην περιοχή του Κόλπου, ενώ οι ΗΠΑ θεώρησαν ως επιτακτική ανάγκη τη δημιουργία μιας “Κινητής Δύναμης Ταχείας Επέμβασης”, προαναγγέλλοντας ουσιαστικά τον πόλεμο και ετοιμάζοντας τον κατάλληλο στρατό για να τον διεξάγει, καθώς οι ζηλωτές του Ισλάμ στο Ιράν διακρίνονταν τότε για την αντισιωνιστική και αντιμπεριαλιστική ρητορική τους και επιπλέον κατείχαν την πολεμική μηχανή που άφησε πίσω του ο Σάχης.

Εκτός αυτού, η ισλαμική επανάσταση στο Ιράν σηματοδότησε τη ραγδαία ανέλιξη των σιιτικών ισλαμικών οργανώσεων στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου, ενώ την ίδια χρονιά (1979) εκδηλώθηκε ένοπλη εισβολή και κατάληψη του Μεγάλου Τεμένους στη Μέκκα από εκατοντάδες ισλαμιστές του σαουδάραβα Μπιν Σείφ, η οποία καταστάλθηκε μετά από αιματηρή επίθεση του σαουδαραβικού στρατού.

Το Νοέμβρη του 1979 καταλαμβάνεται από ισλαμιστές φοιτητές η αμερικάνικη πρεσβεία στη Τεχεράνη και 50 αμερικανοί κρατούνται όμηροι με την απαίτηση να εκδοθεί ο Σάχης από τις ΗΠΑ στο Ιράν. Πέντε μήνες αργότερα μια επιχείρηση των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων να απελευθερώσουν τους ομήρους καταλήγει σε φιάσκο κι άτακτη υποχώρηση...

Την αναχαίτιση της ισλαμικής επανάστασης του Ιράν και την καταστροφή της απειλητικής πολεμικής του μηχανής που στόχευε τα φυλοδυτικά βασίλεια και εμιράτα του Κόλπου ανέλαβε με το αζημίωτο ο ιρακινός δικτάτορας Σαντάμ Χουσεϊν, παρ’ όλο, που από την αντιμοναρχική επανάσταση του 1958 και έκτοτε, το Ιράκ θεωρούνταν ως η “κύρια πηγή αντίθεσης για τα δυτικά συμφέροντα στην περιοχή” (π.χ. η ιρακινή απόπειρα προσάρτησης του αγγλοκρατούμενου Κουβέιτ το 1961).

Η ιρακινή επίθεση άρχισε το Σεπτέμβρη του 1980 με την εισβολή στην επαρχία Χουζεστάν του Ιράν. Αλλά αυτό που φαινόταν ως ένας πόλεμος-αστραπή που θα οδηγούσε σε εσωτερική κατάρρευση του Ιράν, εξελίχθηκε σε μια οκτάχρονη ανθρωποσφαγή που έφθασε το 1.000.000 θύματα. Κατά τη διάρκεια αυτής της ανθρωποσφαγής το Ιράκ χρηματοδοτήθηκε από τους Εμίρηδες του Κόλπου και εξοπλίστηκε γενναία από τη Δύση. Ο δε εξοπλισμός του, πέρα από τα συμβατικά οπλικά συστήματα, περιλάμβανε και χημικά όπλα (τα οποία εκτός από το μέτωπο χρησιμοποιήθηκαν μαζικά και κατά των ιρακινών Κούρδων), ακόμα και έναν πυρηνικό αντιδραστήρα που παραχώρησε η Γαλλία, αλλά τον οποίο φρόντισε να βομβαρδίσει το Ισραήλ μεσούντος του πολέμου.

Στο μεταξύ, τον Ιούνιο του 1982, κι αφού πριν είχε ολοκληρωθεί η επιστροφή του Σινά στην Αίγυπτο, ο Ισραηλινός στρατός, υπό τις διαταγές του υπουργού άμυνας Αρ. Σαρόν, βομβαρδίζει τις παραμεθόριες περιοχές του Λιβάνου και την κοιλάδα Μπεκάα, και κατόπιν εισβάλλει στη χώρα. Στο Λίβανο βρίσκονταν τότε 350.000 Παλαιστίνιοι πρόσφυγες και εκεί κυρίως είχαν καταφύγει η PLO και άλλες παλαιστινιακές οργανώσεις, οι οποίες επέδραμαν στο Ισραήλ και παράλληλα συμμετείχαν ενεργά στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου στο πλευρό των αριστερών μουσουλμάνων ενάντια στους χριστιανούς Φαλαγγίτες. Προελαύνοντας δια πυρός και σιδήρου, 60.000 Ισραηλινοί στρατιώτες κατέλαβαν ολόκληρο το νότιο Λίβανο και ακολούθησε δίμηνη πολιορκία της μουσουλμανικής Δυτ. Βηρυττού, όπου βρίσκονταν 6 χιλιάδες φενταγίν και 500.000 άμαχοι πολίτες. Χιλιάδες ήταν τα θύματα από τους ανηλεείς βομβαρδισμούς της πόλης. Μετά την εκεχειρία και την αναγκαστική αποχώρηση των Παλαιστινίων μαχητών με πλοία (κυρίως προς την Τυνησία), θα ακολουθήσουν και νέες εκατόμβες νεκρών από τη δολοφονική εισβολή Ισραηλινών και Φαλαγγιτών στα στρατόπεδα προσφύγων Σάμπρα και Σατίλα, όπου διέμεναν κυρίως ηλικιωμένοι και γυναικόπαιδα.

Το Απρίλιο του 1983, μετά από επίθεση αυτοκτονίας με φορτηγό γεμάτο εκρηκτικά, η αμερικάνικη πρεσβεία στη Βηρυττό ανατινάζεται καταπλακώνοντας 40 άτομα και τον Οκτώβρη αποβιβάζονται στην πόλη αμερικάνικα στρατεύματα. Ακολουθεί βομβιστική επίθεση με την ίδια μέθοδο στην βάση των αμερικανών στη Βηρυττό, με αποτέλεσμα 216 πεζοναύτες νεκρούς, κι αμέσως μετά άλλη βομβιστική επίθεση στην έδρα των Γαλλικών δυνάμεων στο Λίβανο με αποτέλεσμα 58 στρατιώτες νεκρούς. Την ευθύνη για τις επιθέσεις ανέλαβαν ισλαμιστές. Το Νοέμβριο, φορτηγό με εκρηκτικά πέφτει σε ισραηλινό καταυλισμό στο νότιο Λίβανο με αποτέλεσμα 60 στρατιώτες νεκρούς...

Το Φεβρουάριο του 1984, οι 1.400 αμερικάνοι πεζοναύτες εγκαταλείπουν το Λίβανο και οι θέσεις τους στη Δ. Βηρυττό καταλαμβάνονται από σιίτες μαχητές και άλλους Λιβανέζους που μάχονται τον χριστιανό πρόεδρο Τζεμαγιέλ και τους Ισραηλινούς. Το Σεπτέμβριο, νέα βομβιστική επίθεση των ισλαμιστών στην αμερικάνικη πρεσβεία με 23 νεκρούς... Το 1985 ο Ισραηλινός στρατός αποχωρεί από το Λίβανο κρατώντας μια παραμεθόρια ζώνη στα σύνορά του.

Να σημειώσουμε ότι το 1986 κατά τη διάρκεια του ιρακινο-ιρανικού πολέμου αποκαλύφθηκε στις ΗΠΑ το σκάνδαλο “Ιράνγκειτ”, δηλαδή ότι είχαν πουληθεί αμερικάνικα όπλα στο Ιράν με αντάλλαγμα αφενός την απελευθέρωση αμερικανών ομήρων που κρατούνταν από ισλαμικές οργανώσεις στο Λίβανο κι αφετέρου χρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση των Κόντρας στη Νικαράγουα... Την ίδια εποχή αυξάνει η ναυτική παρουσία των ΗΠΑ και της Βρετανίας στον Κόλπο, ενώ, εξαιτίας της εκτεταμένης ναρκοθέτησης στους θαλάσσιους δρόμους και των επιθέσεων σε πετρελαιοφόρα, σημειώθηκαν ακόμα και συγκρούσεις μεταξύ αμερικάνικων και ιρανικών μονάδων.

Τον Απρίλη του 1986 οι ΗΠΑ εξαπολύουν αεροπορικούς βομβαρδισμούς εναντίον της Λιβύης ως αντίποινα για μια βομβιστική επίθεση στο Δυτ. Βερολίνο εναντίον αμερικανών στρατιωτικών.

Τον Ιούλιο του 1987 ξεσπούν σφοδρές συγκρούσεις στο Μεγάλο Τέμενος της Μέκκα, μεταξύ δεκάδων χιλιάδων σιιτών προσκυνητών από το Ιράν και της Σαουδαραβικής αστυνομίας, με αποτέλεσμα εκατοντάδες νεκρούς.

To Δεκέμβριο του 1987, στα κατεχόμενα από το Ισραήλ εδάφη της Γάζας και της Δυτ. Όχθης όπου κατοικούν 1,5 εκατομ. Παλαιστίνιοι ξεσπάει η Ιντιφάντα, “η εξέγερση που αποδεικνύει ότι ένας λαός αποφασισμένος δεν μπορεί να νικηθεί από καμιά εχθρική πολεμική μηχανή όσο δυνατή κι αν είναι”.

Τον Οκτώβρη του 1988, στην Αλγερία, γίνονται μεγάλες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας ενάντια στη φτώχεια και την έλλειψη βασικών αγαθών όπως το ψωμί, οι οποίες καταλήγουν σε κοινωνική εξέγερση. Η χώρα κηρύσσεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και η εξέγερση καταστέλλεται από το στρατό και την αστυνομία, αριθμώντας περισσότερους από 150 νεκρούς.

Τρία χρόνια αργότερα (τέλη του ‘91, αρχές του ‘92) το Ισλαμικό Κίνημα Σωτηρίας, τροφοδοτημένο από την έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια, κερδίζει τον πρώτο γύρο των βουλευτικών εκλογών. Το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο που κυβερνά τη χώρα από την εποχή της ανεξαρτησίας από τη Γαλλία, αναστέλλει τις εκλογές και θέτει εκτός νόμου τους ισλαμιστές εγκαθιστώντας στρατιωτική δικτατορία που υποστηρίζεται πολιτικά από τη Δύση. Θα ακολουθήσει ένας αιματηρός πόλεμος ανάμεσα στους ισλαμιστές και τις δυνάμεις ασφαλείας του καθεστώτος, ο οποίος συνεχίζεται ουσιαστικά μέχρι σήμερα αριθμώντας δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, κυρίως άμαχους.

Την ίδια εποχή (1992) ο στρατός της Συρίας καταπνίγει μεγάλη εξέγερση των ισλαμιστών στην πόλη Χάμα με αποτέλεσμα 20.000 νεκρούς.

Με το τέλος του ιρανο-ιρακινού πολέμου το 1988, το Ιράκ βρέθηκε καταχρεωμένο στους εμίρηδες του Κόλπου και τους δυτικούς εμπόρους όπλων, κατέχοντας όμως μια απειλητική πολεμική μηχανή, για την οποία το Ισραήλ προειδοποιούσε έντονα τις ΗΠΑ. Απέναντι στην οικονομική καταστροφή και τις απαιτήσεις των δανειστών του, ο Σαντάμ αντέδρασε προβάλλοντας εδαφικές και οικονομικές ανταπαιτήσεις προς το Κουβέιτ (κυριότερο δανειστή του Ιράκ).

Τον Αύγουστο του 1990, ο στρατός του Ιράκ εισέβαλε και κατέλαβε το Κουβέιτ, καταλύοντας τη δυναστεία του Εμίρη Αλ Σαμπάχ. Η κατάληψη του Εμιράτου, μαζί με τις απειλές του Σαντάμ για επιθέσεις κατά της Σαουδ. Αραβίας και του Ισραήλ (εναντίον του οποίου συνεχιζόταν αμείωτη η Ιντιφάντα στα κατεχόμενα), αποτέλεσε το έναυσμα για την επιδιωκόμενη από δεκαετίας στρατηγική ανάπτυξη των ΗΠΑ στην περιοχή. Η αμερικάνικη Κινητή Δύναμη Ταχείας Επέμβασης εμφανίστηκε στον Κόλπο και εγκαταστάθηκε στη Σαουδ. Αραβία. Αυτή η κίνηση, που λίγα χρόνια πριν θα φαινόταν αδιανόητη, ήταν πλέον δυνατή χάρη στην εξουθένωση της Σοβ. Ένωσης, καθώς και επιτακτική για τον άμεσο έλεγχο και τη “διευθέτηση” της ευρύτερης περιοχής στα πλαίσια της Νέας Παγκόσμιας Τάξης Πραγμάτων που ανήγγειλε ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζ. Μπους.

Όπως γραφόταν τότε (βλ. Οra Nihil, νο2), “ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή διεξάγεται σ’ ένα πεδίο πολύ ευρύτερο απ’ αυτό όπου εκδηλώνονται οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κι είναι φανερό ότι ο Ιμπεριαλισμός και ο Σιωνισμός κτυπώντας στο Ιράκ επιδιώκουν (επιπλέον) να κερδίσουν ΄΄έδαφος΄΄ στο παλαιστινιακό ζήτημα (σημ: υποχωρητικότητα και ενδοτισμό των Παλαιστινίων). Προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε θ’ αξιοποιηθεί ΄΄μεταπολεμικά΄΄ και η αντι-ιρακινή συμμαχία των δυτικόφιλων και δυτικόστροφων αραβικών καθεστώτων”.

“Οι Σιωνιστές για παράδειγμα προκρίνουν ΄΄λύσεις΄΄ του τύπου: Προσάρτηση των κατεχόμενων και τοπική ΄΄αυτοδιοίκηση΄΄ (ομηρία) των Παλαιστίνιων ή διωγμό τους στην Ανατολ. Όχθη και δημιουργία ΄΄παλαιστινιακού κράτους΄΄ στην Ιορδανία... Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να δουν προοπτικά ένα τέτοιο κράτος (δορυφόρο) ακόμα και στα κατεχόμενα, εφόσον αυτό θα εξασφάλιζε καλύτερα τους συνολικούς στόχους της πολιτικής τους (όπως η ασφάλεια του Ισραήλ), ενώ αντιθέτως σημαντικό μέρος του παλαιστινιακού κινήματος διεκδικεί την επαναοικειοποίηση όλων των κατεχόμενων εδαφών, συμπεριλαμβανομένης της ισραηλινής επικράτειας...”

Καθόλου τυχαία, ένας Ισραηλινός επίσημος δήλωσε τότε για την επαπειλούμενη πολεμική εκστρατεία των ΗΠΑ στην οποία οι εξεγερμένοι Παλαιστίνιοι όπως κι άλλοι αραβικοί λαοί αντιτάσσονταν σθεναρά: “Τόσα χρόνια πολεμούσαμε εμείς γι’ αυτούς, τώρα ας πολεμήσουν αυτοί για μας!”

Το 1991, κι ενώ ο Σαντάμ άρχισε να καλεί ακόμα και σε Τζιχάντ για την ανατροπή των καθεστώτων της Αιγύπτου και της Σ. Αραβίας, οι ΗΠΑ, έχοντας ήδη συμπήξει μια πολυεθνική συμμαχία (από 28, κυρίως δυτικές και αραβικές, χώρες) εξαπέλυσαν την “Καταιγίδα της Ερήμου” κατανικώντας τον ιρακινό στρατό κι “απελευθερώνοντας” το Κουβέιτ, με τη χρήση ενός υπερσύγχρονου οπλοστασίου που δοκιμάστηκε αδιακρίτως, επάνω τόσο στις στρατιωτικές δυνάμεις όσο και στον άμαχο πληθυσμό. Δεκάδες χιλιάδες ήταν οι στρατιώτες που κυκλώθηκαν στο Κουβέιτ και μολονότι κατέθεσαν τα όπλα θάφτηκαν ζωντανοί μέσα στα χαρακώματα, ενώ ανυπολόγιστες και μακροχρόνιες είναι οι συνέπειες στον πληθυσμό από τη χρήση εκατοντάδων χιλιάδων αντιαρματικών βλημάτων με απεμπλουτισμένο ουράνιο. Οι συμμαχικές απώλειες δεν ξεπερνούσαν τους 150 νεκρούς, αν και με το πέρασμα των χρόνων περί τους 100.000 αμερικανούς στρατιωτικούς (το 1/6 όσων συμμετείχαν στην “Καταιγίδα”) παρουσίασαν τα αποκρουστικά συμπτώματα μιας ασθένειας που ονομάστηκε “Σύνδρομο του Κόλπου” και πολλοί συνεχίζουν να πεθαίνουν, χωρίς ποτέ να δοθεί μια επίσημη εξήγηση για το τι συνέβη ακριβώς και τι όπλα χρησιμοποιήθηκαν στον Κόλπο.

Δεδομένου ότι ένας από τους στόχους της “Καταιγίδας”, η ανατροπή του Σαντάμ, δεν υλοποιήθηκε, οι ΗΠΑ αγκιστρώθηκαν μονίμως στον Κόλπο, διατηρώντας περίπου μια δεκάδα βάσεων στην Σ. Αραβία. Ακολούθησε ο ασφυκτικός αποκλεισμός του Ιράκ (συμπεριλαμβανομένων των εισαγωγών τροφίμων και φαρμάκων) και μια ατελείωτη σειρά από αεροπορικούς βομβαρδισμούς, που συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων στο Ιράκ στη δεκαετία του 1990 ξεπερνά το 1.000.000, από τα οποία τα μισά τουλάχιστον ήταν παιδιά που υπέκυψαν από τις αρρώστιες και τον υποσιτισμό.

Ας σημειωθεί ότι μετά τη συνθηκολόγηση του Ιράκ ακολούθησαν μεγάλες εξεγέρσεις των σιιτών μουσουλμάνων στον ιρακινό νότο και των Κούρδων στον ιρακινό βορρά, οι οποίες όμως πνίγηκαν στο αίμα από το στρατό του Σαντάμ με την ανοχή των ΗΠΑ, ενώ στη στρατιωτική καταστολή των ιρακινών Κούρδων συμμετείχε και ο τουρκικός στρατός...

Στο μεταξύ δυτικότερα του Κόλπου, το 1991 τερματίζεται ο 15χρονος εμφύλιος πόλεμος στο Λίβανο, με συνδιαλλαγή μεταξύ των αντιμαχόμενων πολιτικοθρησκευτικών ομάδων, ενώ τερματίζεται επίσης και η Ιντιφάντα στην κατεχόμενη Παλαιστίνη καθώς ο ηγέτης της PLO Αραφάτ προχώρησε σε συνομιλίες με το Ισραήλ (κάτω από την αιγίδα των ΗΠΑ), οι οποίες κατέληξαν σε μια σειρά από Συμφωνίες για την παραχώρηση “ αυτονομίας” σε ένα μέρος των κατεχόμενων εδαφών, στην προοπτική “επίλυσης” του ζητήματος βήμα προς βήμα, με πρωταρχικό κριτήριο την ασφάλεια του Ισραήλ.

Στην πορεία όμως η όλη διαδικασία των συνομιλιών αποδείχθηκε ατελέσφορη καθώς το Ισραήλ αρνήθηκε κάθε συζήτηση για επαναφορά στα σύνορα του 1967, την επιστροφή της ανατολικής Ιερουσαλήμ και τη διάλυση των εποικισμών μέσα στα κατεχόμενα -δημιουργώντας όλο και περισσότερους. Το αδιέξοδο του “αμοιβαίου” συμβιβασμού αυξάνει την επιρροή της παλαιστινιακής αντιπολίτευσης η οποία αποτελείται τόσο από οργανώσεις ισλαμικές, όπως η Χαμάς και η Τζιχάντ, όσο και από κοσμικές όπως το Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο κ.ά. που αρνούνται τις λεόντειες συμφωνίες με το Ισραήλ.

Η συνεχιζόμενη κατοχή, η άφιξη και νέων εποίκων, η καθημερινή βία και οι εξευτελισμοί εκ μέρους των Ισραηλινών, καθώς και η εξαθλίωση εξαιτίας του οικονομικού αποκλεισμού των παλαιστινιακών περιοχών, οδηγούν στην έκρηξη μιας νέας Ιντιφάντα, η οποία κλιμακώθηκε με την άνοδο του στρατηγού Αρ. Σαρόν στην εξουσία του Ισραήλ. Πρόκειται για έναν πραγματικά “ασύμμετρο πόλεμο”, όπου η πανίσχυρη πολεμική μηχανή και οι ειδικές “αντι”τρομοκρατικές μονάδες του Ισραήλ έχουν να αντιμετωπίσουν παιδιά οπλισμένα με πέτρες και μολότωφ, πολιτοφύλακες με ελαφρά όπλα και απελπισμένους ανθρώπους-βόμβες ζωσμένους με εκρηκτικά...

Ανατολικότερα, στο Αφγανιστάν, κι ενώ οι ΗΠΑ μετά την εγκατάστασή τους στον Κόλπο άρχιζαν τις πολικοστρατιωτικές επεμβάσεις τους για τον έλεγχο των Βαλκανίων, αναδυόταν μια ακόμα απειλή για τους σχεδιασμούς τους στη Μ. Ανατολή.

Το Αφγανιστάν, μετά από την ανατροπή του βασιλιά Ζαχέρ Σαχ και μερικά ακόμη πραξικοπήματα, τη δεκαετία του 1970 είχε περάσει στην εξουσία του φιλοσοβιετικού Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος. Το 1979 ο ηγέτης του Π. Καρμάλ, προκειμένου να εξουδετερώσει την ένοπλη ισλαμική αντίσταση στο βίαιο εκσυγχρονισμό της χώρας κι ανησυχώντας για την επίδραση της ισλαμικής επανάστασης από το γειτονικό Ιράν, κάλεσε σε βοήθεια τον Κόκκινο Στρατό. Η εισβολή περίπου 150.000 Σοβιετικών στρατιωτών έδωσε για μια δεκαετία μια νέα διάσταση στον εμφύλιο πόλεμο του Αφγανιστάν, μετατρέποντας τη χώρα σ’ ένα από τα θερμότερα σημεία του “ψυχρού πολέμου” ανάμεσα στη Δύση και τη Σοβ. Ένωση.

Γι’ αυτό, μολονότι την ίδια ακριβώς εποχή η Δύση καταδίκαζε τον “ισλαμικό μεσαίωνα” στο Ιράν, στο γειτονικό Αφγανιστάν το Τζιχάντ είχε την ανεπιφύλακτη υποστήριξη του δυτικού κόσμου (ιδιαίτερα των ΗΠΑ και της Βρετανίας), στο όνομα του αντικομμουνισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι η χρηματοδότηση της αντίστασης στο Αφγανιστάν έγινε τόσο από τη ντόπια παραγωγή όπιου και ξένους ισλαμιστές, κυρίως βααχαβίτες της Σαουδ. Αραβίας, όσο και από τις ΗΠΑ που διέθεσαν γι’ αυτό το σκοπό 3,5 δις δολάρια, ενώ πλήθος πρακτόρων όπως Βορειοαμερικάνοι, Βρετανοί, Πακιστανοί, Ιρανοί ακόμα και Κινέζοι, συνέδραμαν τους μουτζαχεντίν σε διάφορα άλλα επίπεδα, όπως εξοπλισμού, οργάνωσης και εκπαίδευσης.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η αντίσταση των μουτζαχεντίν στα ορεινά συγκροτήματα της χώρας αποδείχτηκε ακατάβλητη κι ενισχύθηκε επιπλέον μ΄ ένα πλήθος ισλαμιστών εθελοντών από τον αραβικό κόσμο. Το 1989, αδυνατώντας να κατισχύσει, ο Κόκκινος Στρατός εγκατέλειψε το Αφγανιστάν επιστρέφοντας στη Σοβ. Ένωση (που οδηγούνταν επίσης σε κατάρρευση), αφήνοντας πίσω του περισσότερους από 15.000 νεκρούς και αγνοούμενους. Οι απώλειες των Αφγανών ξεπερνούσαν το 1.000.000 νεκρούς ενώ οι πρόσφυγες που έφυγαν από τη χώρα έφθαναν τα 5 εκατομμύρια ανθρώπους...

Ο εμφύλιος πόλεμος όμως ανάμεσα στους ισλαμιστές αντάρτες και το φιλοσοβιετικό καθεστώς του Νατζιμπουλάχ συνεχίστηκε, με την εκατέρωθεν βοήθεια Ρώσων και Αμερικάνων, μέχρι την πτώση της Καμπούλ το 1992 και την οριστική νίκη των Μουτζαχεντίν. Μια νίκη που σήμανε ταυτόχρονα την ολοκληρωτική επικράτηση του ισλαμικού φονταμενταλισμού στο Αφγανιστάν καθώς και τη συνέχεια του εμφύλιου πολέμου, αυτή τη φορά για τη μοιρασιά της εξουσίας ανάμεσα στους ισλαμιστές πολέμαρχους που εκπροσωπούσαν διάφορες ηγετικές ομάδες των εθνοτήτων και των επιμέρους φυλών της χώρας.

Στο μεταξύ, μετά τη οριστική νίκη των Μουτζαχεντίν, πολλοί από τους ξένους εθελοντές και τους μισθοφόρους στο Αφγανιστάν αναχώρησαν είτε για τις χώρες προέλευσής τους (όπως η Αλγερία και η Αίγυπτος) είτε για άλλες μουσουλμανικές χώρες (όπως η Βοσνία) όπου όντας εμπειροπόλεμοι από το Αφγανιστάν καθώς και δικτυωμένοι σε διεθνές επίπεδο, αυτοί οι επονομαζόμενοι και “Αφγανοί” αποτέλεσαν τους μαχητικότερους πυρήνες για τη συνέχεια του Τζιχάντ.

Πίσω στο Αφγανιστάν, ο ασταμάτητος εμφύλιος ανάμεσα στους πολέμαρχους και τα συσσωρευμένα δεινά μιας εικοσαετίας πολέμου αποτέλεσαν πρόσφορο έδαφος για την επικράτηση ενός νέου ισλαμικού κινήματος, των Ταλιμπάν (“μαθητές”), που εμφανίστηκε μ’ ένα ειρηνευτικό πρόγραμμα το οποίο έγινε αποδεκτό από ορισμένα τμήματα του πληθυσμού και των μουτζαχεντίν. Οι Ταλιμπάν άλλωστε προέρχονται από τη μεγαλύτερη και ισχυρότερη αφγανική εθνότητα, τους Παστούν, αν και οι περισσότεροι γεννήθηκαν σε προσφυγικούς καταυλισμούς στο Πακιστάν, όπου και εκπαιδεύτηκαν σε αυστηρά ιερατικά σχολεία (madrassas), χρηματοδοτούμενα από πλούσιους Πακιστανούς και Σαουδάραβες φονταμενταλιστές. Η επικράτηση των Ταλιμπάν έναντι των διαφόρων πολέμαρχων έγινε με την άμεση υποστήριξη του Πακιστάν, που απέβλεπε σε ένα σταθερό συμμαχικό καθεστώς στο Αφγανιστάν καθώς και την έμμεση υποστήριξη των ΗΠΑ, που απέβλεπαν στον έλεγχο της οπιοπαραγωγής και κυρίως στο πέρασμα μέσα από τη χώρα ενός αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου από το Τουρκμενιστάν μέχρι τις ακτές του Ινδικού. Γι΄αυτόν το λόγο υπήρχε και μια συμφωνία μεταξύ των Ταλιμπάν και αμερικανικών εταιρειών, για την κατασκευή στη χώρα ενός αγωγού 1.400 χλμ., ύψους 2 δις δολαρίων.

Το 1996 οι Ταλιμπάν κατέλαβαν προελαύνοντας την Καμπούλ και μέσα στον επόμενο χρόνο ελέγχαν ήδη τα 3/4 της χώρας. Οι σιίτες Χαζάρα που υποστηρίζονταν από το Ιράν κατανικήθηκαν στο κεντρικό Αφγανιστάν ενώ ο κυριότερος αντιπάλος των Ταλιμπάν, οι ισλαμιστές πολέμαρχοι της “Βόρειας Συμμαχίας” Τατζίκων και Ουζμπέκων, που υποστηρίζονταν από τη Ρωσία, περιορίστηκε στο Β.Α. τμήμα της χώρας.

Όμως οι μετέπειτα εξελίξεις διέψευσαν τους όποιους σχεδιασμούς των ΗΠΑ για το Αφγανιστάν και δικαίωσαν τις επιφυλάξεις για το ρόλο που θα διαδραμάτιζαν τελικώς οι Ταλιμπάν, οι οποίοι και δεν αναγνωρίστηκαν επισήμως παρά μόνο από το Πακιστάν, τη Σαουδ. Αραβία και τα Αραβικά Εμιράτα. Οπωσδήποτε με την επικράτησή τους επιδόθηκαν στην επιβολή ενός τυραννικού φονταμενταλιστικού καθεστώτος (βααχαβίτικης απόκλισης) επιτείνοντας τη δεινή θέση των πλέον αδύνατων μερών της κοινωνίας, όπως οι γυναίκες και οι μειονότητες, το γεγονός όμως που παρεμπόδισε ουσιαστικά τη διεθνή αναγνώρισή τους δεν ήταν ο φονταμενταλισμός των Ταλιμπάν ή η παραγωγή του οπίου (την οποία άλλωστε λέγεται πως περιόρισαν στο 1/10) αλλά η δραστήρια παρουσία στο Αφγανιστάν των διεθνών ισλαμιστικών οργανώσεων, όπως η Αλ Κάϊντα (Η Βάση) του Οσάμα Μπιν Λάντεν.

Πρόκειται για εκείνες ακριβώς τις πανισλαμικές οργανώσεις που δημιουργήθηκαν και δικτυώθηκαν κατά τη διάρκεια της σοβιετικής εισβολής στο Αφγανιστάν και οι οποίες, διευρύνοντας τη δράση τους μέσα στις νέες συγκυρίες, εμφανίζονται σήμερα να διατηρούν στη χώρα βάσεις και στρατόπεδα εκπαίδευσης μαχητών για την προώθηση του Τζιχάντ στο Κασμίρ, τη δυτική Κίνα, την Κεντρ. Ασία, τον βόρειο Καύκασο, τη Μ. Ανατολή και τη βόρεια Αφρική...

Με βάση αυτή την αναπάντεχη εξέλιξη, και μετά την ανατίναξη των αμερικάνικων πρεσβειών στο Ναϊρόμπι και στην Κένυα το 1998, για την οποία κατηγόρησαν την Αλ Κάιντα του Μπιν Λάντεν, οι ΗΠΑ προχώρησαν στο βομβαρδισμό του Αφγανιστάν με 70 πυραύλους Κρουζ, ενώ από το 1999, πολύ πριν τις επιθέσεις στο Πεντάγωνο και στο WTC, το Αφγανιστάν θεωρούνταν ήδη, σύμφωνα με αμερικάνικα στοιχεία, ως ένας από τους μελλοντικούς στόχους της αμερικάνικης πολεμικής μηχανής.

Έτσι, αφενός γιατί φαίνεται να αποτελεί προπύργιο του ισλαμικού φονταμενταλισμού που απειλεί να κλονίσει το υπάρχον σύστημα κυριαρχίας στον ευρύτερο χώρο του Ισλάμ κι αφετέρου λόγω της αυξανόμενης στρατηγικής του σημασίας ως “κλειδί” για την πρόσβαση στην Κεντρική Ασία, το Αφγανιστάν βρίσκεται σήμερα στο στόχαστρο μιας πρωτοφανούς επίθεσης με πολλαπλούς στόχους.

Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός είναι ότι ο αφγανικός λαός, ένας από τους φτωχότερους και πιο ταλαιπωρημένους της γης, εκτός από τα αφόρητα δεινά 25 χρόνων διαρκούς πολέμου υφίσταται μια ακόμη καταστροφή, πληρώνοντας με το αίμα του και στο όνομα της “διαρκούς ελευθερίας” τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς για τη διασφάλιση και την προώθηση της παγκόσμιας κυριαρχίας.

Για τους Αφγανούς που θα επιζήσουν από αυτή τη νέα γενοκτονία, με τους βομβαρδισμούς και την πείνα, οι Αμερικάνοι και οι σύμμαχοί τους ετοιμάζουν ήδη ένα νέο τυραννικό καθεστώς, την επαναφορά του έκπτωτου μονάρχη Ζαχέρ Σαχ.

Δεν αποκλείεται όμως, και δεν το απευχόμαστε, η φωτιά που άναψαν οι αμερικάνοι στο Αφγανιστάν, να τους κάψει και να εξαπλωθεί...

Ο ΕΙΔΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ
ΕΥΡΩ-ΝΑΤΟ.Ι.ΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Το ελληνικό κράτος ειδωμένο στο χάρτη μπορεί να φαίνεται σαν μια μικρή μεθοριακή επαρχία της αυτοκρατορίας, έχει όμως το δικό του εθνικό κεφάλαιο πολιτικοοικονομικής ισχύος καθώς και τεράστια συμφέροντα μέσα σε αυτή. Δεν βρίσκεται άλλωστε τυχαία στην 24η θέση στην παγκόσμια κλίμακα των πλουσιότερων χωρών. Ως πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλασάρεται από καλή θέση στο πλέγμα της κυριαρχίας που τυλίγει τον πλανήτη και συμμετέχει δραστήρια στην εκμετάλλευσή του αντλώντας ένα καλό μερίδιο από τη λεία, με ειδικότητα στο βαλκανικό αλλά και στον μεσανατολικό χώρο. Ως παλιό τσιράκι των ΗΠΑ (από την εποχή του εμφύλιου) και πλήρες μέλος του ΝΑΤΟ -το οποίο σημειωτέον το 1999 αναθεώρησε το “αμυντικό” δόγμα του αναλαμβάνοντας το ρόλο του παγκόσμιου στρατοχωροφύλακα-, έχει, με το αζημίωτο, τη δική του συμμετοχή στις ιμπεριαλιστικές επιχειρήσεις στον Κόλπο, τη Σομαλία και τα Βαλκάνια καθώς και αμερικανονατοϊκές στρατιωτικές βάσεις στο έδαφός του. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει κανένα ζήτημα όσον αφορά την τοποθέτησή του στον “πόλεμο κατά της τρομοκρατίας” που επίσημα κήρυξε η αυτοκρατορία στις 11 Σεπτέμβρη.

Επιπλέον δε των άλλων, κάθε πιθανολόγηση “ασύμμετρης απειλής”, είτε εσωτερικής είτε εξωτερικής, για τη διοργάνωση των πρώτων ολυμπιακών αγώνων του 21ου αιώνα -ο οποίος άρχισε μάλλον δυσοίωνα με την καταστροφή στο Μανχάταν- δεν επιτρέπει πολλά περιθώρια διαφοροποιήσεων του ελληνικού κράτους από τις αυστηρές “αντιτρομοκρατικές” αυτοκρατορικές επιταγές. Για να προσθέσουμε τέλος, την αναβάθμιση του ειδικού κατασταλτικού ρόλου που έχει η Ελλάδα (ως παραμεθόριος της αυτοκρατορίας) όσον αφορά τη δραστική αντιμετώπιση της λεγόμενης “λαθρομετανάστευσης”, την οποία τα επιτελεία της κυριαρχίας συμπεριλαμβάνουν επίσης στις “ασύμμετρες απειλές”, καθώς και τη στρατιωτική αναβάθμιση με τη δημιουργία του νέου μισθοφορικού επαγγελματικού στρατεύματος.

Προς το παρόν, ο ειδικός ρόλος του ελληνικού κράτους στη γενικότερη συστράτευση για τον “πόλεμο κατά της τρομοκρατίας” συνίσταται στη ζωτικής σημασίας λειτουργία των ευαγών ελληνοαμερικανικών ιδρυμάτων της Σούδας και του Άκτιου, την προσφορά λιμενικών και εναέριων διευκολύνσεων στους διελαύνοντες προς ανατολάς αμερικανούς φονιάδες, τη συμμετοχή ελληνικών πληρωμάτων στα νατοϊκά AWACS που περιφρουρούν από αέρος τις ΗΠΑ(!), καθώς επίσης στην προώθηση του ευρω-τρομονόμου, την απηνή καταδίωξη ημεδαπών και αλλοδαπών υπόπτων για “τρομοκρατία” και τη δραστική απώθηση του κύματος των απελπισμένων προσφύγων που φθάνουν από την αιμάσουσα Ανατολή. Αποκαλυπτική όμως της ειδικής αποστολής του ελληνικού κράτους στα πλαίσια της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (δηλ. σε ρόλο Χατζατζάρη του Μεγάλου Βεζύρη) αποτελεί και η δήλωση του έλληνα υπουργού εξωτερικών Γ. Παπανδρέου πριν από την επίσκεψή του στον Colin Powel στην Ουάσιγκτον: “Ο ρόλος της Ελλάδας στη Μ. Ανατολή είναι εφάμιλλος με εκείνον στα Βαλκάνια”...

Και για του λόγου το αληθές, πέρα από την ευγενική προσφορά (ενός ακόμα) ελληνικού εκστρατευτικού σώματος για μελλοντική χρήση όπου χρειαστεί, προσέφερε τις πολύτιμες υπηρεσίες του και ως προκεχωρημένο διπλωματικό φυλάκιο και μεσολαβητής των ΗΠΑ. Για τούτο και ο Παπανδρέου, μετά την Ουάσιγκτον, ταξίδευσε πάραυτα στη Δαμασκό της Συρίας, βολιδοσκοπώντας τις δυνατότητες μιας ευρύτερης συναίνεσης στον “πόλεμο κατά της τρομοκρατίας”. Οι συνομιλίες του ήταν μυστικές αλλά αν κρίνουμε από μια αποστροφή του Powel, “δεν μπορούμε να δεχτούμε τη συριακή θέση ότι υπάρχει ΄΄καλή΄΄ και ΄΄κακή΄΄ τρομοκρατία, η τρομοκρατία είναι μία...”, αφορούσαν προφανώς την άρση της συριακής υποστήριξης από τις παλαιστινιακές και λιβανέζικες οργανώσεις οι οποίες θεωρούνται από τις ΗΠΑ τρομοκρατικές... Σχετική άλλωστε φαίνεται και η επόμενη αποστολή του Παπανδρέου που είναι προγραμματισμένη για το Ιράν, το οποίο επίσης υποστηρίζει σιιτικές οργανώσεις του Λιβάνου που δρουν κατά του Ισραήλ εξορμώντας από την κοιλάδα Μπεκάα.

Ενδιάμεσα όμως, ο Παπανδρέου, θα πάει και στο Πακιστάν προσφέροντας ένα ποσόν για την παροχή επιτόπιας “ανθρωπιστικής” βοήθειας στους Αφγανούς πρόσφυγες (μήπως και σταματήσουν να έρχονται προς τη Δύση...). Η υποκρισία άλλωστε απέναντι στο δράμα των προσφύγων είναι απερίγραπτη: τα ελληνικά σύνορα είναι τόσο κλειστά για τους πρόσφυγες όσο και τα σύνορα των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν και του Μουσάραφ στο Πακιστάν. Εκατοντάδες είναι οι πρόσφυγες που πνίγονται προσπαθώντας να διαπλεύσουν το Αιγαίο και είναι ενδεικτικό ότι από τους χιλιάδες Αφγανούς που έφθασαν και ζήτησαν απελπισμένοι άσυλο στην Ελλάδα δόθηκε μόνο σε δέκα! Οι υπόλοιποι απελάθηκαν ή κινδυνεύουν να απελαθούν στο πουθενά...

Εμείς που κάθε γωνιά της γης είναι πατρίδα μας
και κάθε πατρίδα μάς είναι ξένη

Το Φεβρουάριο του 1991, μπροστά στον πόλεμο που εξαπολύθηκε τότε στον Κόλπο για την επιβολή της “Νεας Τάξης Πραγμάτων”, γράφαμε:

“Ανακεφαλαιώνοντας για την ιμπεριαλιστική επιχείρηση συντριβής του Ιράκ ΄΄δια πυρός και σιδήρου΄΄ μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι δεν θα τελειώσει καθόλου με την ΄΄απελευθέρωση΄΄ του Κουβέιτ, αντίθετα αποκαλύπτει έναν μακροχρόνιο πόλεμο για την αναδιανομή και την ΄΄τακτοποίηση΄΄ του κόσμου. Πολέμου που σήμερα κλιμακώνεται σε μια συγκεκριμένη περιοχή, για να σαρώσει αύριο και κάθε άλλη όπου αμφισβητούνται οι ιμπεριαλιστικοί σχεδιασμοί.

Το μέγεθος όσων διακυβεύονται σε αυτή την προοπτική δεν επιτρέπει ν’απωθούνται τα θεμελιώδη ερωτήματα για τη διεθνιστική στάση μας απέναντι στους αγωνιζόμενους λαούς και τη συμμετοχή μας στον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τα στηρίγματά του. Στις διάφορες μορφές του ο πόλεμος αυτός και η ιμπεριαλιστική τρομοκρατία αγκαλιάζει ήδη το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη χωρίς ν΄αναγνωρίζει στην ουσία άλλα σύνορα από αυτά ανάμεσα σε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους. Με αυτή την έννοια, ΟΠΟΥ ΚΙ ΑΝ ΕΚΔΗΛΩΝΕΤΑΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΠΟΛΕΜΟΣ. Καθήκον μας είναι να κατανοούμε το ακριβές μέγεθος των αντιθέσεων που εκφράζονται, να τις προωθούμε προς την επαναστατική προοπτική και να υπονομεύουμε κάθε θέση που ισχυροποιεί το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, χωρίς να υποκύπτουμε στην όποια ιδεολογική πίεση και προπαγάνδα του... Τέλος, μολονότι πρέπει να εκτιμούμε και να ενισχύουμε τη δυνατότητα ενός τυχόν μαζικού φιλειρηνικού κινήματος να παρεμποδίζει την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, στην πραγματικότητα δεν χρειαζόμαστε μια ΄΄οποιαδήποτε΄΄ ειρήνη, στο βαθμό που αποτελεί συμβιβασμό με την Κυριαρχία, αλλά αντιθέτως χρειαζόμαστε έναν ανειρήνευτο πόλεμο σε κάθε μέτωπο της ιμπεριαλιστικής καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης...” (βλ. Ora Nihil νο2).

Δέκα χρόνια αργότερα, και μετά όσα μεσολάβησαν από εκείνη την ανάλυση για το χαρακτήρα, τους στόχους, και τους τελικούς αποδέκτες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, έχουμε κάθε λόγο να επανέλθουμε σε εκείνες τις θέσεις μας μπροστά στη νέα και αποκαλυπτική φάση του, τον “πόλεμο κατά της τρομοκρατίας”, ο οποίος όπως δηλώνεται και επισήμως, θα είναι μακροχρόνιος και πλανητικός.

Δεν πρόκειται για την κήρυξη αλλά για την επίταση και αποκάλυψη του πολέμου που ουσιαστικά διεξάγεται ήδη από καιρό κατά μήκος των συνόρων ανάμεσα στους κυρίαρχους και τους κυριαρχούμενους. Σε ό,τι μας αφορά ο ανειρήνευτος πόλεμος που προτάσσουμε ενάντια στην Κυριαρχία έχει κοινωνικό και ταξικό περιεχόμενο, και ως τέτοιος προσδιορίζει με σαφήνεια τόσο το πλήθος των εχθρών του όσο και την αναγκαιότητα της τελικής καταστροφής τους για την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση του ανθρώπου.

Θα επισημάνουμε όμως ότι η συμμετοχή μας στον καθημερινό κοινωνικό και ταξικό αγώνα δεν είναι παρά μια συγκεκριμένη ιστορική διαδρομή σε μια επίσης συγκεκριμένη περιοχή της Κυριαρχίας, τη Δύση. Επομένως δεν θα πρέπει να αγνοούμε την αναπόφευκτη μερικότητα των γνώσεων και εμπειριών μας μέσα σε αυτόν, όντας περιορισμένοι στην ιστορικότητα των συγκεκριμένων συνθηκών ανισότητας, εκμετάλλευσης, καταπίεσης και ελέγχου που υφίστανται σε αυτή την περιοχή, το εσωτερικό των ευρωπαϊκών μητροπόλεων. Η ιστορικότητα που μας ορίζει κι από την οποία αντλούμε τις αναφορές μας δεν είναι όμως αυτή που σημαδεύει κάθε γωνιά του πλανήτη, καθώς ούτε οι συνθήκες της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης εμφανίζονται παντού ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, ούτε οι προϋποθέσεις, οι παράμετροι, οι αναφορές και οι μορφές της αντίστασης είναι οι ίδιες.

Η “Ευρώπη” (με την ευρεία κι όχι τη γεωγραφική έννοια του όρου) μπορεί να φαντάζει σαν το κέντρο του κόσμου, στο βαθμό που τον κατέκτησε, αλλά προφανώς δεν είναι όλος ο κόσμος. Και μόνο το γεγονός ότι από την πλευρά μας ως αναρχικοί, όπως τουλάχιστον γνωρίζουμε την αναρχία τους δύο τελευταίους αιώνες στην “Ευρώπη”, δεν αποκτήσαμε ουσιαστικά ρίζες έξω από αυτήν, θα έπρεπε να μας κάνει πιο στοχαστικούς και προσεκτικούς όσον αφορά το βάσιμο και το ανεπηρέαστο (από την πολυτέλεια της “ευρωπαϊκής” θέσης) των αφορισμών μας για το τι ακριβώς συμβαίνει και τι εκφράζεται κάθε φορά σε κοινωνίες διαφορετικές κι ανοίκειες προς τις δυτικές.

Η καταφυγή στην ιδεολογία και τη συνθηματολογία, σαν εργαλεία για την ερμηνεία παντός επιστητού στον πλανήτη, δεν φωτίζει τίποτα -όπως και παλιότερα δεν πρόσφεραν τίποτα τα ιδεολογικά σχήματα περί της εξουσίας και του κράτους ωσάν να ήταν άχρονα και αμετάλλακτα είδωλα στο χώρο των ιδεών και όχι υλικές σχέσεις υποκείμενες σε διαρκείς μεταμορφώσεις στο χώρο και το χρόνο της ιστορίας.

Σε ό,τι αφορά πάντως την παρούσα συγκυρία, που προοιωνίζεται μια μεγάλη περίοδο “πολέμου κατά της τρομοκρατίας” (όπως αυτή ορίζεται κάθε φορά από τα αφεντικά του κόσμου), τόσο στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας όσο και στην περίμετρό της, δεν έχουμε, όπως δεν είχαμε και σε όλη τη δεκαετία που μεσολάβησε, κανένα δίλημμα σχετικά με την τοποθέτησή μας απέναντι στον πόλεμο.

Καταρχήν η “ουδετερότητα” και η πολιτική των “ίσων αποστάσεων” στον “πόλεμο κατά της τρομοκρατίας”, δεδομένου του που ακριβώς ζούμε και των όσων επιδιώκονται ευρύτερα, αποτελεί αυταπάτη και οδηγεί σε έναν ιδεολογικοπολιτικό αναχωρητισμό εκτός τόπου και χρόνου, αν όχι στην έμμεση κι αθέλητη υποστήριξη του όλου συμπλέγματος της Βορειοατλαντικής συμμαχίας.

Από την άλλη, η άρνηση μιας άτοπης ούτως ή άλλως “ουδετερότητας” δεν σημαίνει βεβαίως και μια “κατά συνθήκη” αλλότρια ταύτιση με όποιο καθεστώς, οργάνωση ή πρόσωπο εμφανίζεται κάθε φορά από την προπαγάνδα ως στόχος του πολέμου.

Σημαίνει ότι έχουμε επιλέξει ήδη, πολύ πριν από τις 11 Σεπτέμβρη, το δικό μας “στρατόπεδο”, αυτό του αντιεξουσιαστικού, κοινωνικού και ταξικού αγώνα, ο οποίος όμως μολονότι διάχυτος και πολύμορφος, έχει τις αιχμές και τις προτεραιότητές του, αναλόγως του χώρου και του χρόνου όπου εκδηλώνεται, καθώς επίσης της ανάλυσης των γενικότερων αντιθέσεων που εκφράζονται γύρω μας και των όσων διακυβεύονται κάθε φορά.

Έτσι λοιπόν η δική μας θέση απέναντι σε αυτόν τον πόλεμο, είτε σαν ”σταυροφορία” προς ανατολάς είτε σαν παγκόσμιο “πόλεμο κατά της τρομοκρατίας”, είναι αυτή ακριβώς που ήταν το ‘91 και το ‘99 (με αποκορύφωμα την πύρινη νύχτα της 19ης Νοέμβρη): θα είμαστε ο εσωτερικός εχθρός μέσα στις καπιταλιστικές μητροπόλεις ή δεν θα είμαστε τίποτα.

Από το “κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης”
στο αντιπολεμικό κίνημα...

Η 11η του Σεπτέμβρη σήμανε αναπόφευκτα μια γιγαντιαία τομή στη μέχρι τότε “γραμμική” εξέλιξη του μεγάλου αντικαπιταλιστικού ρεύματος, το οποίο εκδηλώθηκε μαχητικά σε δεκάδες γωνιές του κόσμου, όπως στο Σηάτλ, την Πράγα και τη Γένοβα. Άλλωστε, η αυτόκλητη καθοδήγηση του “κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης”, η οποία συγκροτήθηκε ως ένα είδος ρεφορμιστικής διεθνούς στο Πόρτο Αλέγκρε, είχε ήδη πολλά προβλήματα εξαιτίας της ολοφάνερης αποτυχίας της να το χειραγωγήσει. Και για να δικαιολογήσει την πολιτική ήττα και το ξεπέρασμά της από τα γενικευμένα συγκρουσιακά γεγονότα στη Γένοβα κατέφυγε στη γνωστή αθλιότητα της λάσπης και της “προβοκατορολογίας” σε βάρος των αναρχικών. (Εμείς πάντως το είχαμε πει ξεκάθαρα πως “Η Γένοβα δεν θα είναι Πόρτο Αλέγκρε”! βλ. Αναρχ. Δελτίο νο11. Ιούλ. ‘01).

Και ξαφνικά, πέρα από την αντιπαλότητα ανάμεσα στις ρεφορμιστικές και εξεγερσιακές τάσεις, το αντικαπιταλιστικό ρεύμα βρέθηκε, επιπλέον, μέσα στα νέφη της σκόνης και της σύγχυσης από την κατάρρευση του WTC, τα διασταυρούμενα πυρά στον “πόλεμο κατά της τρομοκρατίας” και την επίταση της κρατικής καταστολής στις δυτικές κοινωνίες.

Αυτό το τελευταίο σημείο, θα πρέπει να το τονίσουμε, επειδή ακριβώς το Κράτος, το οποίο έλαμπε δια της απουσίας του στις περισπούδαστες αναλύσεις των ρεφορμιστών, που περιορίζονταν σκοπίμως στην οικονομική διάσταση της παγκοσμιοποίησης, “επανεμφανίζεται” δυναμικά στο προσκήνιο δεδομένου ότι ο “αντιτρομοκρατικός” πόλεμος δεν θα διεξαχθεί βεβαίως από τις δυνάμεις της αγοράς αλλά από τις θεατές και αθέατες δυνάμεις του Κράτους.

Στο μεταξύ, σε ότι αφορά την αριστερή καθοδήγησή του, το αποδυναμωμένο από τις εξελίξεις “κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης”, προκειμένου να μην ξεπεραστεί ολότελα από τη ροή των πραγμάτων, μετακινήθηκε και ανασυγκροτείται στο νέο πεδίο, μεταμορφούμενο σε “κίνημα κατά του πολέμου”. Από την πλευρά μας όμως και αυτό το πεδίο αγώνα, όπως και εκείνο της παγκοσμιοποίησης, θα είναι πολύ ευρύτερο και τραχύτερο απ’ όσο θέλουν να το παρουσιάσουν οι ρεφορμιστές θιασώτες της ταξικής συνδιαλλαγής. Ο πόλεμος διεξάγεται ήδη εδώ και το πραγματικό ζήτημα σήμερα δεν περιορίζεται στην ανάπτυξη της διαμαρτυρίας για τα δεινά του πολέμου στο Αφγανιστάν, αποσκοπώντας τελικά στην “εξημέρωση” των επιτελείων που τον εξαπολύουν -όπως και στη Γένοβα χθές δεν περιοριζόταν σε μια διαμαρτυρία για τα δεινά της παγκοσμιοποίησης τέτοια που να κατατείνει στον “εξανθρωπισμό” του καπιταλισμού...

Το πραγματικό ζήτημα ήταν και παραμένει το πέρασμα από την διαμαρτυρία στην κοινωνική και ταξική εξέγερση.

ΚτΚ. Οκτώβρης 2001

1